Ιδιαίτερη γεωμετρία, αυτονομία των χώρων αλλά και άμεση επικοινωνία με τον περιβάλλοντα χώρο: Το τρίπτυχο των γνωρισμάτων που εμπεριέχονται στη μελέτη του αρχιτεκτονικού γραφείου, για τη δημιουργία ενός ξενοδοχείου που θα ξεχωρίζει.

Όλα τα έργα που έχει μελετήσει και υλοποιήσει το αρχιτεκτονικό γραφείο Potiropoulos+Partners διακρίνονται για την υπερβατικότητά τους. Την προσπάθειά τους να ξεπερνούν τα σχεδιαστικά εσκαμμένα, χωρίς όμως υπερβολές και περιττές προσπάθειες εντυπωσιασμού. Το καθετί είναι έτσι μελετημένο ώστε να δένει αρμονικά με το όλον και αρμονικά με το φυσικό και δομημένο περιβάλλον, έχοντας ταυτόχρονα μια λειτουργική χροιά υψηλής αισθητικής.
Κάπως έτσι φανταζόμαστε το νέο concept που έχει προετοιμάσει το γραφείο και αφορά την ανακατασκευή ενός ξενοδοχείου στο κέντρο της πρωτεύουσας, ενός κτιρίου φιλοξενίας και αναψυχής που θα γεφυρώνει το αστικό περιβάλλον με το μέλλον. Εν ολίγοις, ένα ξενοδοχείο που θα γίνει σημείο αναφοράς.

Στην καρδιά της Αθήνας
Η υφιστάμενη ξενοδοχειακή μονάδα βρίσκεται στην γωνία των οδών Απόλλωνος και Ηπίτου σε από τις πιο ζωντανές περιοχές του κέντρου της Αθήνας, μεταξύ του Εθνικού Κήπου στο Σύνταγμα και της Μητρόπολης, γύρω από τις περιοχές της Πλάκας, της πλατείας Μοναστηρακίου και της οδού Κολοκοτρώνη. Το άμεσο αστικό περιβάλλον είναι «σφιχτό», με στενούς δρόμους, λιανικό εμπόριο και μεγάλου όγκου κτίρια, τα οποία είναι σε υποχώρηση στους επάνω ορόφους, ούτως ώστε να επιτρέπεται ο άμεσος φυσικός φωτισμός και η ελεύθερη θέα από και προς την πόλη.

Πολυτελές, ανοιχτό και «πράσινο»
Στόχος είναι η ανάπτυξη ενός νέου concept, όσον αφορά το κέλυφος, την εσωτερική του διαρρύθμιση και την αναδιοργάνωση του υφιστάμενου κτιρίου, σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο πέντε αστέρων, με spa και εστιατόριο. Όλες οι τροποποιήσεις εστιάζουν στη δημιουργία ενός κτιρίου-αναφοράς στην περιοχή και στην ανεμπόδιστη λειτουργία του ξενοδοχείου, έτσι ώστε να λειτουργεί ως ένα ενιαίο σύνολο. Ξεκινώντας από το ισόγειο, η πρόσοψη αποκαλύπτεται στον δρόμο μέσω μεγάλων γυάλινων επιφανειών. Οι εσωτερικές λειτουργίες του βρίσκονται σε «διάλογο» με το δρόμο και την καθημερινή αστική ζωή. Στους επάνω ορόφους, όπου είναι τοποθετημένα τα δωμάτια, έχει αναπτυχθεί μία τρισδιάστατη κατασκευή όψεων από αλληλοσυνδεόμενα τμήματα, που σχηματίζουν οβάλ μορφές-τρίγωνα και ήπιες καμπύλες και επιφάνειες. Αυτή η χειρονομία καταλήγει σε ένα κτιριακό περίβλημα ανοιχτό προς τη γειτονιά προσανατολίζοντας οπτικά την κατασκευή της όψης προς την γωνία δίνοντας στο κτίριο την αίσθηση της κίνησης. Επιπλέον, τα αλληλοσυνδεόμενα τμήματα όψεων φιλτράρουν τα επίπεδα του φωτός που διαπερνούν τα γενναιόδωρα σε αναλογία διαμορφωμένα ορθογώνια παράθυρα τα οποία δημιουργούν μοτίβα φωτός και σκιάσεων εσωτερικά, προσπαθώντας να διατηρήσουν την ισορροπία μεταξύ του πλήρους και του διαπερατού. Η ιδιωτικότητα μεταξύ των δωματίων επιτυγχάνεται, εν μέρει, με γλυπτόμορφα διαχωριστικά δωματίων και επιπλέον με τη φυσική φύτευση, η οποία εισάγει το φυσικό πράσινο ως μορφολογικό εργαλείο.

Η γεωμετρία της όψης  «συνομιλεί» με τους περαστικούς
Οι λευκές επιφάνειες διαμορφώνουν ήπιες, τρισδιάστατες καμπύλες, οι οποίες αντανακλούν, κάθε φορά, τον ουρανό και τον ήλιο σε διαφορετικές γωνίες, παράγοντας πλήθος πολύχρωμων οπτικών εφέ. H υλικότητα και ο νέος όγκος του κτιρίου αναπτύσσονται στρατηγικά. Οι σύνθετες λευκές επιφάνειες, και τα ανάγλυφα μαύρα τμήματα, «στήνουν» ένα παιχνίδι επιπέδων στο foreground/background προσθέτοντας βάθος στον γενικό όγκο. Το κτίριο βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με τους περαστικούς που διέρχονται μέσω της πρόκλησης της κατανόησης αυτής της πολυσύνθετης γεωμετρίας που χρησιμοποιήθηκε στον σχεδιασμό της όψης.
Σαν αποτέλεσμα, δημιουργείται μια «διάδραση» και σύνδεση με την τοπική κοινωνία, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τον ορισμό του ως σημείο αναφοράς της ευρύτερης περιοχής του κέντρου.