Η επιστροφή σε μάρμαρο και πέτρα αναδεικνύει διαχρονικότητα, και βιωσιμότητα στη σύγχρονη αρχιτεκτονική, συνδέοντας το τοπίο με την ιστορία και την υψηλή αισθητική.
Στην εποχή της βιώσιμης αρχιτεκτονικής, όπου η αναζήτηση για υλικά με διάρκεια, αυθεντικότητα και χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα γίνεται ολοένα πιο επιτακτική, το μάρμαρο και η πέτρα επανέρχονται στο προσκήνιο με έναν νέο, σχεδόν συμβολικό ρόλο. Από τα αρχαία μνημεία έως τη σύγχρονη κατοικία, αποτελούν φορείς μνήμης και ταυτότητας -υλικά που συνδέουν το τοπίο, τον άνθρωπο και την κατασκευή. Στην ελληνική αγορά δεν αντιμετωπίζονται ως νοσταλγική αναφορά, αλλά ως έμπνευση για έργα που μιλούν τη γλώσσα του σήμερα. Η αυξανόμενη παρουσία μαρμάρου και πέτρας τόσο σε ανακαινίσεις όσο και σε νέες κατασκευές δεν είναι τυχαία. Ακροβατώντας ανάμεσα στην παράδοση και την καινοτομία, τα υλικά αυτά παραμένουν σύμβολα διαχρονικότητας, αλλά και μιας νέας, πιο συνειδητής αρχιτεκτονικής τάσης.


Η θέση της πέτρας και του μαρμάρου στη σύγχρονη αρχιτεκτονική
«Η σύγχρονη αρχιτεκτονική επανεξετάζει τη χρήση του μαρμάρου και της πέτρας όχι μόνο ως αισθητικά στοιχεία, αλλά και ως στρατηγικές επιλογές με γνώμονα τη βιωσιμότητα των κατασκευών. Αυτά τα φυσικά υλικά, χάρη στην εγγενή θερμική τους αδράνεια και την αντοχή τους στο χρόνο, ενσωματώνονται πλέον σε βιοκλιματικά κτίρια ως βασικά συστατικά ενός υπεύθυνου και περιβαλλοντικά ευαίσθητου σχεδιασμού — μιας αρχιτεκτονικής όπου το φως, ο αέρας και η ύλη συνεργάζονται για τη δημιουργία ενός πιο ανθρώπινου και βιώσιμου περιβάλλοντος διαβίωσης. Ταυτόχρονα, η χρήση τοπικών πετρωμάτων ενισχύει την ένταξη του κτιρίου στο τοπίο, δημιουργώντας έναν αυθεντικό διάλογο ανάμεσα στον τόπο και το έργο, ενώ η μειωμένη ανάγκη για μεταφορές περιορίζει το ενεργειακό αποτύπωμα της κατασκευής» τονίζει η Μαρία Καλογεροπούλου, Partner/Senior Architect, του γραφείου PEOPLE Built Environment.
Με τη σειρά του ο Μιλτιάδης Αγιοστρατίτης, ιδρυτής του γραφείου M-Agiostratitis Architecture+Design, αναφέρει πως «η πέτρα και το μάρμαρο είναι αδιαμφισβήτητα τα πιο διαχρονικά υλικά της ελληνικής αρχιτεκτονικής δημιουργίας. Αντιπροσωπεύουν αιώνες κατασκευής και δηλώνουν ξεκάθαρα την εντοπιότητα των κτιρίων της χώρας μας. Το γεγονός αυτό καθιστά κεντρική την θέση των παραπάνω υλικών στη σημερινή εποχή της βιώσιμης αρχιτεκτονικής, στην ίδια την ουσία της βιωσιμότητας: υλικά τα οποία γεννιούνται από τον ίδιο τον τόπο, χρησιμοποιήθηκαν ιστορικά και θα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται όσο υπάρχει ελληνική αρχιτεκτονική. Ταυτόχρονα, η παραγωγή τους είναι χαμηλής τεχνολογίας και σχετικά low cost, ενώ η επανάχρησή τους από παλιές σε νέες κατασκευές είναι εύκολη, μπορεί να αποτελέσει βάση δημιουργικής ανακύκλωσης και αντλεί από τεράστια ‘αποθήκη’ υλικών από την πλειονότητα των υφιστάμενων κτιρίων σε όλη την χώρα.
«Η Ελλάδα προσφέρει ένα ευρύ φάσμα μαρμάρων που μπορεί να καλύψει και τις πιο απαιτητικές ανάγκες σχεδιασμού. Το γεγονός ότι έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιούμε και να επεξεργαζόμαστε υλικά που παράγονται στη χώρα μας εξασφαλίζει αυτομάτως ένα χαμηλό ενεργειακό αποτύπωμα, αφού μειώνονται οι μεταφορές και οι περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις. Παράλληλα, το μάρμαρο και η πέτρα είναι υλικά με φυσική αντοχή και διαχρονικότητα, που δεν φθείρονται αισθητικά και μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν. Έτσι, η θέση τους στη βιώσιμη αρχιτεκτονική παραμένει όχι μόνο επίκαιρη, αλλά και στρατηγικά σημαντική» υπογραμμίζει η Μαρίνα Φιλιππίδη, Principal Interior Designer του γραφείου ΑΜΚ.


Γέφυρα μεταξύ παράδοσης και βιώσιμου σχεδιασμού
Ακολούθως ο Τάσος Κουκούτσης, Associate, Senior Architect στο γραφείο Α&Μ Architects εξηγεί ότι «η πέτρα και το μάρμαρο –“θεμέλια” αρχιτεκτονικά υλικά βγαλμένα από την τοπική γη- είναι υλικά σχεδόν άφθαρτα στον χρόνο. Με μικρό ενεργειακό αποτύπωμα και ελάχιστες ανάγκες συντήρησης, η χρήση τους αποτελεί πράξη συνείδησης και σύνδεσης με τον τόπο τους, προσδίδοντας διαχρονική αισθητική και αίσθηση ασφάλειας, σαν σε αντάλλαγμα για την επίπονη επεξεργασία τους. Σήμερα, η τεχνολογική εξέλιξη και οι έντονοι ρυθμοί εξόρυξης, μας καλούν να τα διαχειριστούμε με σύνεση και σεβασμό, προστατεύοντας το απόθεμά τους, ενώ κρίσιμη «θέση» στην αρχιτεκτονική αποκτά η δημιουργική επανάχρησή τους. Η πέτρα και το μάρμαρο καλούνται να πρωταγωνιστήσουν, συμβάλλοντας στην μορφολογική γεφύρωση του χθες με το αύριο, διασφαλίζοντας με τη σοφία της τοπικής γης, τη διαμόρφωση της βιώσιμης Αρχιτεκτονικής Ταυτότητας του μέλλοντος».
«Ας έχουμε στο μυαλό μας ότι τόσο η πέτρα όσο και το μάρμαρο είναι μεγάλες οικογένειες υλικών, με μεγάλη ποικιλία τρόπων δόμησης ή κατεργασίας. Πέτρα με πέτρα και χτίσιμο με χτίσιμο μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους σημαντικά. Για την Ελλάδα, γενικά, η πέτρα ήταν πάντα το βασικό μας, εγχώριο, δομικό, υλικό (σε αντίθεση με άλλους τόπους όπου ο πηλός, ή το ξύλο είναι τα κυρίαρχα διαθέσιμα), και αυτό που έχουμε σε αφθονία. Για αυτό η πέτρα είναι ένα από τα πιο βιώσιμα υλικά για την Ελλάδα, μαζί και όλα τα παράγωγά της που δεν απαιτούν μεγάλες ποσότητες ενέργειας για την κατεργασία τους (π.χ. άσβεστος σε αντίθεση με το τσιμέντο). Το ίδιο ισχύει και για τα μάρμαρα. Η Ελλάδα διαθέτει πάνω από 100 διαφορετικούς τύπους μαρμάρων μερικά από τα οποία είναι πολύ ανθεκτικά στο χρόνο, ευγενή ως υλικά και απαράμιλλης ομορφιάς. Βασικά κριτήρια βιωσιμότητας είναι: χρήση ντόπιων υλικών, μεγάλη ανθεκτικότητα των υλικών στο χρόνο, κατεργασία με λιγοστή ενέργεια, λίγη φύρα ή απόβλητα, δυνατότητα επανάχρησης, θερμική άνεση, κ.α. Πέτρα και μάρμαρο ικανοποιούν τα περισσότερα κριτήρια» αναφέρει ο Κωνσταντίνος Γρίβας, Αρχιτέκτων Μηχανικός του γραφείου griik architects.
Στη συνέχεια ο Φώτης Μπάκας, επικεφαλής του γραφείου FB INTERIORS, σημειώνει ότι «το μάρμαρο και η πέτρα είναι από τα πιο βιώσιμα υλικά που έχουμε στη διάθεσή μας. Δεν είναι μόνο φυσικά και ανθεκτικά, αλλά και “έντιμα” — δεν κρύβουν τίποτα πίσω από επιφάνειες και επιστρώσεις. Στα νησιά, ειδικά, έχουν διπλό ρόλο: λειτουργικό, γιατί συμβάλλουν στη θερμική άνεση, και αισθητικό, γιατί δένουν με το τοπίο. Ένα σπίτι που είναι φτιαγμένο με πέτρα μοιάζει σαν να ξεφυτρώνει από τη γη που το φιλοξενεί».


Η αυθεντικότητα των φυσικών υλικών
«Το μάρμαρο και η πέτρα είναι για μένα φορείς μνήμης και αντοχής. Δεν πρόκειται μόνο για υλικά με ιστορία, αλλά για ζωντανές παρουσίες που μας συνδέουν με τη γη. Στη σημερινή εποχή, όπου η βιωσιμότητα αποτελεί κεντρικό ζητούμενο, η αξία τους αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο: η φυσικότητά τους μας φέρνει πιο κοντά στη φύση, ενώ η διάρκεια ζωής τους μειώνει την ανάγκη συνεχών αντικαταστάσεων. Επιπλέον, η ικανότητά τους να αλληλεπιδρούν με το φως και τη θερμότητα δίνει στους χώρους μια ιδιαίτερη ενεργειακή ποιότητα, συμβάλλοντας σε μια πιο οικολογική καθημερινότητα. Για μένα, μάρμαρο και πέτρα δεν είναι μόνο αισθητικές επιλογές· είναι μια υπενθύμιση ότι η αρχιτεκτονική οφείλει να γεφυρώνει το όμορφο με το ουσιαστικό, το πρόσκαιρο με το διαχρονικό» επισημαίνει η Αμαλία Λ. Ποντίκα, Owner – Architect του γραφείου ALPstudioarch.
«Η αυθεντικότητα του μαρμάρου και της πέτρας αποτελεί θεμέλιο για μια βιώσιμη αρχιτεκτονική που σέβεται το περιβάλλον και τον χρόνο. Στη σημερινή εποχή αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία, γιατί συνδυάζουν χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα με αντοχή που υπερβαίνει το εφήμερο» δηλώνει η Αντιγόνη Βρούβα, Founder & Creative Director του γραφείου Arké Studio και προσθέτει ότι «η θερμική τους μάζα συμβάλλει στη βιοκλιματική λειτουργία των κτιρίων, ενώ η τοπική προέλευση, η χαμηλή επεξεργασία, η δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης και η συμβολή τους σε υγιές μικροκλίμα ενισχύουν ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητά τους. Η χρήση τους σήμερα δεν είναι μόνο αισθητική επιλογή· είναι η γλώσσα με την οποία η βιώσιμη αρχιτεκτονική εκφράζεται με διάρκεια και καθαρότητα ζωής».
«Το μάρμαρο και η πέτρα είναι δύο φυσικά, δομικά, υλικά, τα οποία διακρίνονται για την ανθεκτικότητα και τη μακροχρόνια δομική και αισθητική αξία τους. Η σωστή χρήση τους, είτε ως δομοστατικά στοιχεία, είτε ως επένδυση, μπορεί να δώσει χαρακτήρα σε ένα αρχιτεκτονικό έργο και να καθορίσει την ταυτότητά του. Η αντοχή τους περιορίζει την ανάγκη αντικατάστασης τους, μειώνοντας την κατανάλωση πόρων. Παράλληλα, η ίδια αυτή η ιδιότητά τους να είναι υλικά εξαιρετικά ανθεκτικά, καθιστούν την επανάχρησή τους όχι μόνο απλά δυνατή, αλλά και αναγκαία για μια αρχιτεκτονική που θέλει να χαρακτηρίζεται βιώσιμη» υπογραμμίζει ο Ηλίας Οικονομάκης και ο Άγγελος Σιαμπακούλης, ιδρυτές του γραφείου Oikonomakis Siampakoulis architects.
Μιλώντας για τη θέση του μαρμάρου και της πέτρας στη σύγχρονη αρχιτεκτονική η Βάσια Στυλιανίδη, Lead Architect του γραφείου WOBI Stylianidis Hatziyiannakis Architects, σημειώνει πως «ενώ έχουμε μεγαλώσει με το μάρμαρο (π.χ. ναοί, γλυπτά) και την πέτρα (π.χ. βράχοι) να είναι ενσωματωμένα στη συλλογική μας μνήμη, πλέον δε τα βλέπουμε μόνο στη μνημειακή αρχιτεκτονική, αλλά και στις καθημερινές επιφάνειες και σε αντικείμενα. Από τη μία ως υλικά – μάρμαρο και πέτρα – μας παραπέμπουν συνήθως σε βάρος και στιβαρότητα, σε κάτι κλασικό και μόνιμο, σε κάτι σοβαρό. Το μάρμαρο και την πέτρα όμως πλέον ως υλικά και χρήση τα βλέπουμε και στην καθημερινότητά μας. Είτε ως μέρος του κτιστού, είτε ως κάτι πιο μεταβαλλόμενο για παράδειγμα ως έπιπλα ή ως κοσμήματα, ως γλυπτά σύγχρονα ή ως κινητές εγκαταστάσεις».


Επαναπροσδιορισμός της αρχιτεκτονικής γλώσσας
«Η αρχιτεκτονική “γλώσσα του σήμερα” είναι αρκετά συγκεχυμένη, αν και διακρίνω δύο σχετικά κυρίαρχες και μάλλον αντιθετικές τάσεις της: τη στροφή σε φυσικά-βιώσιμα υλικά και τρόπους δόμησης, και από την άλλη την «εικονική» υλικότητα, δηλαδή τον κατακλυσμό από υλικά που μιμούνται τα φυσικά υλικά χωρίς να είναι, για λόγους κόστους ή προδιαγραφών» εξηγεί ο Κ. Γρίβας και συμπληρώνει ότι «η μανία του “εκσυγχρονισμού” μάλλον έχει παρέλθει. Πέτρα, μάρμαρο, χώμα δεν θεωρούνται σήμερα υλικά του “χτες” παραδοσιακά δηλαδή, αλλά ενδεχομένως πιο σύγχρονα από το σκυρόδεμα. Η τεράστια ελληνική παράδοση λιθοκατασκευής και λιθοτεχνίας είναι για εμάς ένα σχολείο. Θα θέλαμε κυρίως να μάθουμε και να προάγουμε τις τεχνικές. Ειδικά αυτές που χρησιμοποιούσαν φυσικά υλικά και κονιάματα (χωρίς τσιμέντο) για τη δόμηση της πέτρας. Αν και το έχουμε κάνει στο παρελθόν, θα αποφεύγαμε σήμερα τη χρήση της πέτρας απλά ως επένδυση, μόνο για την εμφάνιση, αλλά θα εστιάζαμε στα δομικά, υλικά και περιβαλλοντικά της οφέλη. Για τα έργα δημόσιων χώρων (πλατείες, πεζόδρομοι, κτλ.) τα φυσικά πετρώματα και τα μάρμαρα αποτελούν νομίζουμε τις βιωσιμότερες και ποιοτικότερες επιλογές εάν γίνει σωστή επιλογή και χρήση, όχι κατάχρηση».
«Λίγους αιώνες μόλις πριν, σε αυτόν τον τόπο, η τεχνική της σμίλης γίνονταν αρετή και δεξιοτεχνία στα χέρια του τεχνίτη – αρχιτέκτονα, εξύψωναν με έμπνευση και πάθος την ψυχή του, κι όλα μαζί συμπράττανε κι απογείωναν την τέχνη του, στα όρια του θαύματος. Σήμερα, στον ίδιο αυτόν τόπο, στην εποχή του βιομηχανικού, του τυποποιημένου, του εκ του ασφαλούς παραγόμενου, οι σύγχρονοι δημιουργοί κρατάνε ίδια τα στοιχεία της έμπνευσης, μετακινώντας το επίκεντρο από τη “δεξιοτεχνία της χρήσης του χεριού” στη “δεξιοτεχνία της διαχείρισης της τεχνολογίας”. Σε μία νέα μορφή διαλόγου με τα υλικά του τόπου, ατενίζοντας πάντοτε με σεβασμό την μακραίωνη αρχιτεκτονική κληρονομιά, προσβλέποντας σε μία αντάξια και γιατί όχι συναρπαστικότερη γλώσσα σύγχρονης αρχιτεκτονικής έκφρασης» επισημαίνει ο Τ. Κουκούτσης.
Η Β. Στυλιανίδη δηλώνει ότι «κάθε μάρμαρο και πέτρα φέρουν τη δική τους γεωλογική ιστορία και τα αισθητικά τους χαρακτηριστικά. Τα φυσικά νερά και οι υφές τους σχηματίζονται και μέσα στη γη, με την πάροδο του χρόνου μέσα από την στρωμάτωση και συμπίεση διαφόρων ορυκτών ιζημάτων, δίνοντας τους πάντοτε μοναδικότητα, σε κάθε κομμάτι και ορίζοντάς το παράλληλα σαν μια αυτό-μεταμόρφωση του ίδιου του υλικού. Έτσι, συνεχίζουν να μιλάνε ως υλικά τη γλώσσα του σήμερα, γιατί με τις νέες τάσεις που επικρατούν εξελίσσονται και ενσωματώνονται ανάλογα. Είναι ένα υλικό το οποίο αντιπροσωπεύει τόσο τη σταθερότητα όσο και τη μεταβολή, με μεγάλη αντοχή στο χρόνο. Και βέβαια γνωρίζοντας την ελληνική βιομηχανία μαρμάρων, η οποία είναι ταυτόχρονα ριζωμένη και εξελισσόμενη, συνδυασμένη και με την τεχνογνωσία και την τεχνολογία και τις σύγχρονες τεχνικές, το μάρμαρο ως φυσικό υλικό δεν είναι αναγκαίο να θεωρείται μόνο ως σύμβολο μεγαλείου ή σύμβολο της αρχαιότητας. Ανάλογα με την εφαρμογή του θα λέγαμε ότι υπάρχει και μία ελαφρότητα στον τρόπο που αντανακλά το φως και την απαλότητα της υφής τους».
Θεμέλια υλικά που λειτουργούν ως φορείς ταυτότητας
«Από τον Παρθενώνα έως τα νησιωτικά σπίτια, το μάρμαρο και η πέτρα υπήρξαν πάντοτε η βάση πάνω στην οποία διαμορφώθηκε και εξελίχθηκε η ελληνική αρχιτεκτονική. Δεν τα αντιμετωπίζω ως μνημειακή ανάμνηση, αλλά ως ζωντανή παρακαταθήκη. Η καθαρότητα των όγκων και η ειλικρίνεια της υλικότητας που συναντάμε στα αρχαία μνημεία αποτελούν οδηγό για το σήμερα. Στη σύγχρονη αρχιτεκτονική, αυτά τα υλικά αποκτούν νέες εκφράσεις: μέσα από καθαρές γραμμές, τολμηρούς συνδυασμούς και τεχνολογίες κατεργασίας που αποκαλύπτουν ξανά την αυθεντικότητα της ύλης. Έτσι, η παράδοση δεν μένει στο παρελθόν· γίνεται πηγή έμπνευσης για ένα μέλλον που μιλά τη γλώσσα του παρόντος» σημειώνει η Α. Βρούβα.
Έπειτα, η Μ. Καλογεροπούλου επισημαίνει ότι «η ενσωμάτωση της μακραίωνης ελληνικής παράδοσης στο μάρμαρο και την πέτρα δεν αποτελεί νοσταλγική αναδρομή, αλλά μια πράξη σύγχρονης ερμηνείας. Το μάρμαρο, εγκαταλείπει τους ρητορικούς συμβολισμούς της μεγαλοπρέπειας και επανεμφανίζεται σε καθαρές, αφαιρετικές επιφάνειες που αποκαλύπτουν τη φυσική του υφή και τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο αντανακλά το φως. Η πέτρα, από την άλλη, δεν χρησιμοποιείται απλώς ως αναφορά στην «παράδοση», αλλά εντάσσεται με σεβασμό στην τοπογραφία. Συχνά σε μορφή ξερολιθιάς, φέρνει στο προσκήνιο μια συλλογική σοφία επαναξιολογημένη μέσα από τα φίλτρα της τεχνολογίας και της βιωσιμότητας. Στο πλαίσιο αυτό η παράδοση δεν αντιμετωπίζεται ως περιορισμός, αλλά ως γόνιμο υπόβαθρο για καινοτομία, όπου τοπικά φυσικά υλικά με μνήμη και ταυτότητα, αποκτούν ξανά ρόλο ενεργό στον σχεδιασμό — όχι για να αναπαράγουν στερεότυπα, αλλά για να συνθέσουν μια νέα αφήγηση»
«Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα με μακρά παράδοση στην κατεργασία και τη χρήση του μαρμάρου, τα πετρόκτιστα, οι μαρμάρινες επενδύσεις και διακοσμητικές λεπτομέρειες, τα πολύχρωμα μωσαϊκά και μαρμάρινα δάπεδα, μπορούν να βρεθούν από το κέντρο μιας μεγαλούπολης μέχρι το καφενείο ενός μικρού χωριού. Συνιστά επομένως υποχρέωση, όχι μόνο η διατήρηση αλλά και η επαναπροσαρμογή και επέκταση αυτής της παράδοσης με σύγχρονη αισθητική και τεχνικές. Η ελληνική παράδοση μάς δίνει έμπνευση, όχι μιμητισμό. Από τα μνημεία της κλασικής αρχαιότητας μέχρι τις πέτρινες κατοικίες της υπαίθρου, αντλούμε αρχές λιτότητας, αυθεντικότητας και σχέσης με το τοπίο. Στη σύγχρονη αρχιτεκτονική, αυτές οι αξίες μετουσιώνονται σε καθαρές γεωμετρίες, σε συνδυασμούς με γυαλί και μέταλλο, και σε φωτισμούς που αναδεικνύουν τη φυσικότητα των υλικών. Έτσι, η πέτρα και το μάρμαρο λειτουργούν ως γέφυρες: συνδέουν την ιστορική μνήμη με τις ανάγκες και την αισθητική μιας σύγχρονης αρχιτεκτονικής γλώσσας» διευκρινίζουν ο Η. Οικονομάκης και ο Α. Σιαμπακούλης.
Σύνδεση του φυσικού πλούτου με την τεχνολογία
Ο Μ. Αγιοστρατίτης τονίζει ότι «στα έργα μας επιχειρούμε την ενσωμάτωση της μακραίωνης ελληνικής παράδοσης στο μάρμαρο και την πέτρα με τρόπο ισορροπημένο και διαλεκτικό, πέρα από τις κλασικές οικοδομικές εφαρμογές. Πέτρινες επιφάνειες και όγκοι ισορροπούν με τις επιφάνειας από σοβά και με την κατάλληλη σύνθεση στις όψεις, δημιουργούν αρχιτεκτονικές μορφές που, ενώ είναι σύγχρονες και λιτές, αντανακλούν εικόνες από την οικοδομική παράδοση και τεχνολογία του τόπου. Την ίδια στιγμή, μαρμάρινα στοιχεία προσεκτικά μελετημένα ως ιδιαίτερες και πολυτελείς λεπτομέρειες, διαμορφώνουν ένα αρχιτεκτονικό μορφολογικό λεξιλόγιο που συμβάλλει στην ‘ελληνικότητά’ τόσο του εξωτερικού, όσο και του εσωτερικού σχεδιασμού.
«Προσπαθώ να κρατήσω ζωντανό το πνεύμα της παράδοσης χωρίς να το αντιγράφω. Η Ελλάδα έχει μια μοναδική σχέση με αυτά τα υλικά, από τα κυκλαδίτικα σπίτια μέχρι τα αρχαία μνημεία. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να διατηρώ τη λιτότητα και τη δύναμη της πέτρας και του μαρμάρου, αλλά σε σύγχρονες φόρμες: καθαρές γραμμές, συνδυασμοί με γυαλί ή μέταλλο, φωτισμοί που αναδεικνύουν την υφή τους. Έτσι, ένα υλικό με ιστορία χιλιάδων χρόνων γίνεται απόλυτα σημερινό» δηλώνει ο Φ. Μπάκας.
Τέλος η Α. Ποντίκα εξηγεί: «Από παιδί, παρατηρούσα το μάρμαρο σαν μια μάζα έτοιμη να πάρει μορφή· ένα υλικό που περίμενε τον διάλογο με το χέρι. Σήμερα, η τεχνολογία προσθέτει μια νέα διάσταση σε αυτόν τον διάλογο. Μηχανήματα ακριβείας και ψηφιακά εργαλεία μάς επιτρέπουν να εξερευνούμε σχήματα και λεπτομέρειες που παλιότερα απαιτούσαν ατελείωτο χρόνο. Αυτό όμως δεν ακυρώνει τον ρόλο της παράδοσης· τον ανανεώνει. Εγώ βλέπω το μάρμαρο πάντα ως γλυπτική ύλη, αλλά τώρα έχω περισσότερους τρόπους να του δώσω φωνή. Η πρόκληση είναι να διατηρείται η ισορροπία: το χέρι και η τεχνολογία να συνυπάρχουν, δημιουργώντας έργα που τιμούν το παρελθόν, αλλά ανήκουν στο παρόν».


Αυξημένη παρουσία σε ανακαινίσεις και νέες κατασκευές
«Η αυξημένη παρουσία του μαρμάρου και της πέτρας δεν αποτελεί απλώς υλική επιλογή, αλλά αντιπροσωπεύει μια στάση απέναντι στον σχεδιασμό, το περιβάλλον και τον χρόνο που συνδέεται με την επιθυμία επαναπροσδιορισμού της αρχιτεκτονικής μέσα από την ύλη, την τοπικότητα και τη βιωσιμότητα. Το μάρμαρο και η πέτρα είναι υλικά με εγγενή διαχρονικότητα – δεν φθείρονται γρήγορα, δεν υποκύπτουν σε τάσεις, και αποκτούν ποιότητες με τη φθορά και το φως. Σε μια εποχή που η κατασκευή αναζητά διάρκεια και ουσία, η χρήση τέτοιων υλικών μεταφέρει ένα μήνυμα υπευθυνότητας . Η τοπική εξόρυξη, η περιορισμένη επεξεργασία και η δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης τα καθιστούν βασικά εργαλεία μιας πιο περιβαλλοντικά και πολιτισμικά συνειδητής αρχιτεκτονικής» επισημαίνει η Μ. Καλογεροπούλου.
Ο Μ. Αγιοστρατίτης υπογραμμίζει: «Το μάρμαρο και η πέτρα αποτελούν και πάλι αγαπημένα υλικά των αρχιτεκτόνων, αλλά και των πελατών. Χρησιμοποιούνται σε μικρότερη ή μεγαλύτερη κλίμακα και προτιμώνται ακριβώς για τις αξίες που διαθέτουν: βιωσιμότητα και διαχρονικότητα. Δηλώνουν άμεσα την σχέση τους με την ελληνική αρχιτεκτονική από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, μορφολογικά και τεχνολογικά. Δείχνουν πώς ένα ταπεινό υλικό όπως η πέτρα μπορεί να μεταμορφωθεί σε αγέραστο υλικό κατασκευής (που όσο πιο πολύ επιδρά χρόνος πάνω του, τόσο πιο ισχυρό και ακλόνητο μοιάζει) ή ένα πολυτελές υλικό όπως το μάρμαρο μπορεί να έχει τόσο μεγάλη ποικιλία εφαρμογών σε τόσο μεγάλο εύρος κτιρίων. Φανερώνουν, τέλος, και τα δυο υλικά την άμεση ‘καταγωγή’ τους από την ελληνική γη και με τον τρόπο αυτό συνδέουν οποιοδήποτε αρχιτεκτονικό δημιούργημα με τον πιο απερίφραστο τρόπο με το τοπίο και το περιβάλλον».
«Μάλλον είναι η αξία τους, η διαχρονικότητά τους, η ανθεκτικότητά τους που τα καθιστούν βασικά υλικά σε πολλά σύγχρονα έργα. Ίσως αυτά τα υλικά να μας γεφυρώνουν από το παρελθόν μας με το μέλλον μας, και σίγουρα στο τώρα, και είναι ένας ακόμα λόγος που μας αρέσει να τα χρησιμοποιούμε καθώς έχουν έναν αέναο δυναμισμό και συμβάλλουν στη βιωματική μας εμπειρία. Προσφέρουν διαχρονική αισθητική και σύνδεση με την τοπική ταυτότητα και ταυτόχρονα η διατήρηση αυτής της υλικότητάς τους προωθεί και τη βιώσιμη πολιτιστική συνέχεια» σημειώνει η Β. Στυλιανίδη.
Συνδυασμός πολυτέλειας και ανθεκτικότητας
«Η τάση επιστροφής στο μάρμαρο και την πέτρα πηγάζει από την ανάγκη για διάρκεια και αυθεντικότητα. Σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από το εφήμερο, τα φυσικά αυτά υλικά προσφέρουν σταθερότητα και αίσθηση εμπιστοσύνης. Κουβαλούν τη μνήμη του τόπου, έχουν αντοχή στον χρόνο και δημιουργούν χώρους με χαρακτήρα που δεν φθείρεται. Παράλληλα, η αυξανόμενη ευαισθησία γύρω από τη βιωσιμότητα στρέφει την αρχιτεκτονική προς υλικά με χαμηλή επεξεργασία και δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης. Έτσι, το μάρμαρο και η πέτρα δεν είναι απλώς αισθητικές επιλογές, αλλά υλικά που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σύγχρονης αρχιτεκτονικής για ποιότητα, αλήθεια και διάρκεια» δηλώνει η Α. Βρούβα.
Σχολιάζοντας τη διάδοση της πέτρας και του μαρμάρου στα σύγχρονα έργα, η Μαρίνα Φιλιππίδη αναφέρει πως «η μαζική βιομηχανία δεν γοητεύει πια. Η σύγχρονη τάση στρέφει το βλέμμα και το ενδιαφέρον στα φυσικά υλικά που φέρουν τη σφραγίδα της μοναδικότητας και της αυθεντικότητας — δύο αξίες που αποτελούν βασικά στοιχεία της έννοιας της πολυτέλειας. Το μάρμαρο και η πέτρα δίνουν χαρακτήρα και ταυτότητα, προσθέτοντας μεγάλη αξία σε αντικείμενα, επιφάνειες και κατασκευές. Επιπλέον, είναι υλικά που εξελίσσονται με τον χρόνο, αποκτώντας πατίνα που ενισχύει τη γοητεία τους».
Από την πλευρά του ο Κ. Γρίβας διευκρινίζει πως «οφείλεται σε μια γενικότερη στροφή του ενδιαφέροντος των αρχιτεκτόνων και του ευρύτερου κοινού σε περισσότερο φυσικά υλικά, με καλύτερη συμπεριφορά στο χρόνο, καλύτερη υφή, ήχο, θερμοκρασία, κτλ. και σε μία γενικότερη επιθυμία αναβάθμισης της ποιότητας ζωής, μέσω του ποιοτικότερου περιβάλλοντος. Αλλά δυστυχώς από αυτό βλέπουμε να επωφελούνται μόνο τα ιδιωτικά έργα. Τα έργα δημόσιου ενδιαφέροντος (κτήρια εκπαίδευσης, πλατείες, πεζόδρομοι, άλλες διαμορφώσεις, κ.α.) δεν απολαμβάνουν αυτά τα ουσιαστικά οφέλη, που θα ήταν κρισιμότερο».
Σχεδιασμός που ξεπερνά το εφήμερο
«Ο κόσμος αναζητά πλέον την αίσθηση του αυθεντικού. Τα φυσικά υλικά έχουν μια βαρύτητα, μια μόνιμη αξία που δεν τη βρίσκεις σε συνθετικές λύσεις. Σε ανακαινίσεις, η πέτρα και το μάρμαρο λειτουργούν σαν γέφυρα ανάμεσα στο παλιό και το νέο, φέρνοντας ιστορία και διάρκεια σε ένα σύγχρονο πλαίσιο. Σε νέα έργα, είναι μια επένδυση που αντέχει στον χρόνο και κάνει τον χώρο να “αναπνέει” μαζί με το τοπίο» εξηγεί ο Φ. Μπάκας.
«Σε μια εποχή γεμάτη πρόσκαιρες λύσεις, οι άνθρωποι αναζητούν ξανά την αυθεντικότητα. Το μάρμαρο και η πέτρα προσφέρουν ακριβώς αυτό: διάρκεια, αντοχή, χαρακτήρα. Δεν είναι απλά υλικά· είναι μάρτυρες του χρόνου. Σε κάθε έργο όπου χρησιμοποιούνται, δίνουν αίσθηση μοναδικότητας και βάθους, γιατί κανένα κομμάτι δεν είναι ίδιο με το άλλο. Η χρήση τους δεν είναι μόδα· είναι επιστροφή σε μια βαθύτερη ανάγκη, να δημιουργούμε χώρους που αντέχουν και έχουν ψυχή. Για μένα, η επιλογή τους ήταν πάντα σταθερή: αποτελούν τον πιο άμεσο τρόπο να φέρεις τη φύση και την ιστορία μέσα στην καθημερινή ζωή, δημιουργώντας έργα που ξεπερνούν το εφήμερο και στέκονται στον χρόνο» τονίζει η Α. Ποντίκα.
«Η πλειοψηφία των ανακαινίσεων και των νέων έργων που γίνονται δύσκολα λαμβάνουν υπόψιν τους τα αξιόλογα στοιχεία που προϋπάρχουν, ή την τοπική παράδοση που είναι δεμένη με υλικά όπως η πέτρα και το μάρμαρο. Ο λόγος σχετίζεται τόσο με το αυξημένο κόστος, όσο και με την πολλές φορές στρεβλή αισθητική αντίληψη που υπάρχει για τέτοια “παλιακά” στοιχεία όπως ένα πολύχρωμο μωσαϊκό δάπεδο. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια εμφανής τάση αναγνώρισης της σπουδαιότητας τέτοιων στοιχείων, κάτι που εύκολα διαπιστώνουμε ξεφυλλίζοντας τον αρχιτεκτονικό τύπο» σημειώνουν ο Η. Οικονομάκης και ο Α. Σιαμπακούλης και προσθέτουν πως «τα έργα ωστόσο αυτά αποτελούν μια φωτεινή μειοψηφία και οι μαρμάρινοι σκαλιστοί νεροχύτες που βλέπουμε στους κάδους ανακαινίσεων συνεχίζουν να είναι πολλοί. Αν και το κόστος κατεργασίας του μαρμάρου και της πέτρας είναι μειωμένο σε σχέση με παλαιότερα, δεν παύουν να αποτελούν υλικά πολυτελή, που χρειάζονται έμπειρους τεχνίτες για την εφαρμογή τους, και αντίστοιχα μια στιβαρή, σύγχρονη, αρχιτεκτονική προσέγγιση από πίσω τους να τα υποστηρίξει»
